Μετάβαση στο περιεχόμενο

relentlessly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
relentlessly < relentless + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός relentlessly
συγκριτικός more relentlessly
υπερθετικός most relentlessly

relentlessly (en)

  • αμείλικτα, ασταμάτητα
    παράδειγμα  She was talking relentlessly about all her achievements.
    Μιλούσε αμείλικτα/ασταμάτητα για όλα της τα επιτεύγματα.