relocate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | relocate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | relocates |
| αόριστος | relocated |
| παθητική μετοχή | relocated |
| ενεργητική μετοχή | relocating |
relocate (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)
- μετακομίζω, μεταφέρω το γραφείο μου, ειδικά για μια εταιρεία ή εργαζόμενους
Employees are reimbursed for any legal fees incurred when they relocate.
- Οι εργαζόμενοι αποζημιώνονται για τυχόν νομικά έξοδα που προκύπτουν όταν μετακομίζουν.
The company relocated its head office to Chicago.
- Η εταιρεία μετέφερε την έδρα της στο Σικάγο.
Our offices will be relocated to London.
- Τα γραφεία μας θα μεταφερθούν στο Λονδίνο.