remedy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Audio (US) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

remedy (en)

  1. γιατρικό, θεραπεία, κάτι που θεραπεύει
  2. (γενικότερα) θεραπεία, κάτι που διορθώνει ένα κακό
  3. (νομική) τα νομικά μέσα για την αποκατάσταση ενός δικαιώματος ή για την επανόρθωση ενός κακού

Ρήμα[επεξεργασία]

remedy (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]