remise

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
remise remises

remise (fr) θηλυκό

  1. η κατάθεση (ενός ποσού)
  2. η έκπτωση
  3. η αποθήκη (για εποχιακή τακτοποίηση)
  4. η επίδοση (για ενός διπλώματος, ενός μεταλλίου, ενός γράμματος)