remittent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]remittent (en)
- που αφορά κυμαινομένο πυρετό, κυμαινομένος πυρετός
- παροδικώς ανακάμπτων (πχ. ασθενής)
- καλυτερεύων, που η ασθένειά του καταλαγιάζει/δεν βρίσκεται σε έξαρση• που γίνεται πιο καλά σε σχέση με πριν