remotely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]remotely (en)
- (συνήθως σε αρνητικές προτάσεις) λίγο
- εξ αποστάσεως, μακριά από τον χώρο που συνήθως εργάζεται κάποιος ή χωρίς να χρειάζεται ένα υλικό γραφείο, με τη χρήση τεχνολογίας
She can work remotely.
- Αυτή μπορεί να εργαστεί εξ αποστάσεως.
- τηλεχειριζόμενος, που κάποιος μπορεί να ελέγξει με μια συσκευή
The crane is remotely operated/remotely controlled.
- Ο γερανός είναι τηλεχειριζόμενος.
- απομακρυσμένα, σε απόσταση από μέρη όπου ζουν άλλοι άνθρωποι
The church is remotely situated on the north coast of the island.
- Η εκκλησία βρίσκεται απομακρυσμένα στη βόρεια ακτή του νησιού.