Μετάβαση στο περιεχόμενο

remotely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
remotely < remote + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

remotely (en)

  1. (συνήθως σε αρνητικές προτάσεις) λίγο
    παράδειγμα  It wasn't even remotely funny.
    Δεν ήταν ούτε και λίγο αστείο.
     συνώνυμα: slightly
  2. εξ αποστάσεως, μακριά από τον χώρο που συνήθως εργάζεται κάποιος ή χωρίς να χρειάζεται ένα υλικό γραφείο, με τη χρήση τεχνολογίας
    παράδειγμα  She can work remotely.
    Αυτή μπορεί να εργαστεί εξ αποστάσεως.
  3. τηλεχειριζόμενος, που κάποιος μπορεί να ελέγξει με μια συσκευή
    παράδειγμα  The crane is remotely operated/remotely controlled.
    Ο γερανός είναι τηλεχειριζόμενος.
  4. απομακρυσμένα, σε απόσταση από μέρη όπου ζουν άλλοι άνθρωποι
    παράδειγμα  The church is remotely situated on the north coast of the island.
    Η εκκλησία βρίσκεται απομακρυσμένα στη βόρεια ακτή του νησιού.