Μετάβαση στο περιεχόμενο

rempart

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rempart remparts

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rempart (fr) αρσενικό

  1. το τείχος
  2. το μετερίζι
  3. (στον πληθυντικό) περιοχή μιας πόλης ανάμεσα στα τείχη της και τις πιο κοντινές κατοικίες