repaître

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: repaitre

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

repaître (fr) (παραδοσιακή ορθογραφία)

  1. (παρωχημένο) τρέφω
  2. (λογοτεχνικό) τρέφω, ευχαριστώ κάποιον με κάποια ηθική τροφή, με κάποια ασχολία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]