repeating decimal
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| repeating decimal | repeating decimals |
repeating decimal (en)
- (μαθηματικά) ο περιοδικός αριθμός ο περιοδικός δεκαδικός αριθμός (π.χ. 1,3333…)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
repeating decimal στην αγγλική Βικιπαίδεια
