Μετάβαση στο περιεχόμενο

repetitive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός repetitive
συγκριτικός more repetitive
υπερθετικός most repetitive

repetitive (en)

  • επαναληπτικός
    παράδειγμα  He puts a lot of emphasis on repetitive practice.
    Δίνει μεγάλη έμφαση στην επαναληπτική εξάσκηση.