Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

replace < re- + place



replace (en)

  1. (μεταβατικό) επανατοποθετώ, αποκαθιστώ
    When you've finished using the telephone, please replace the handset.
    The earl...was replaced in his government. — Bacon.
  2. (μεταβατικό) επιστρέφω χρήματα
    You can take what you need from the petty cash, but you must replace it tomorrow morning.
  3. (μεταβατικό) αντικαθιστώ κάτι με κάτι άλλο
    I replaced my car with a newer model.
    The batteries were dead so I replaced them
  4. (μεταβατικό) αντικαθιστώ, παίρνω τη θέση κάποιου άλλου
    This security pass replaces the one you were given earlier.
    This duty of right intention does not replace or supersede the duty of consideration. — Whewell.
  5. (μεταβατικό, σπάνιο) τοποθετώ ξανά
  6. (μεταβατικό, σπάνιο) τοποθετώ σε άλλο μέρος

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]

  • replacing/to replace something with something

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]