repos
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- repos < Από το ρήμα reposer.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| repos | repos |
repos (fr) αρσενικό
- η ανάπαυση, το ρεπό
- ≈ συνώνυμα: délassement, pause, récréation
- ≠ αντώνυμα: effort, travail
- η ακινησία
- η ηρεμία
- ≈ συνώνυμα: paix, tranquillité
- (μουσική) η παύση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Αναγραμματισμοί
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]repos (γαλλικά)
- ↷ νέα ελληνικά: ρεπό
Πηγές
[επεξεργασία]- repos - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- repos - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online