Μετάβαση στο περιεχόμενο

repos

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
repos < Από το ρήμα reposer.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁə.po/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
repos repos

repos (fr) αρσενικό

  1. η ανάπαυση, το ρεπό
     συνώνυμα: délassement, pause, récréation
     αντώνυμα: effort, travail
  2. η ακινησία
     συνώνυμα: immobilité, inaction
  3. η ηρεμία
     συνώνυμα: paix, tranquillité
  4. (μουσική) η παύση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναγραμματισμοί

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

repos (γαλλικά)

νέα ελληνικά: ρεπό