repress
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | repress |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | represses |
| αόριστος | repressed |
| παθητική μετοχή | repressed |
| ενεργητική μετοχή | repressing |
Ρήμα
[επεξεργασία]repress (en)
- καταπνίγω, απωθώ, προσπαθώ να μην έχω ή να μην δείξω συναίσθημα, αίσθημα κτλ.
He suppressed his anger and accepted the compromise.
- Κατέπνιξε την οργή του και δέχτηκε το συμβιβασμό.
The patient had repressed the unpleasant experience.
- Ο ασθενής είχε απωθήσει τη δυσάρεστη εμπειρία.
Repressed guilt can create neuroses.
- Απωθημένες ενοχές μπορεί να δημιουργήσουν νευρώσεις.
He grew up in an oppressive environment that created a lot of repressed feelings in him.
- Μεγάλωσε σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον που του δημιούργησε πάρα πολλά απωθημένα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη stifle
- καταπνίγω, καταστέλλω, χρησιμοποιώ πολιτική ή/και στρατιωτική βία για να ελέγξω μια ομάδα ανθρώπων και να περιορίσω την ελευθερία τους