Μετάβαση στο περιεχόμενο

reproduction

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
reproduction reproductions

reproduction (fr) θηλυκό

  1. το αντίγραφο
  2. η αναπαραγωγή

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

reproduction (en)

  1. η αναπαράσταση, το αντίγραφο
  2. η αναπαραγωγή