reproduction
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| reproduction | reproductions |
reproduction (fr) θηλυκό
- το αντίγραφο
- η αναπαραγωγή
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]reproduction (en)
- η αναπαράσταση, το αντίγραφο
- η αναπαραγωγή