Μετάβαση στο περιεχόμενο

reputable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός reputable
συγκριτικός more reputable
υπερθετικός most reputable

Επίθετο

[επεξεργασία]

reputable (en)

  • ευυπόληπτος, που ο κόσμος θεωρεί ότι είναι ειλικρινές· που έχει καλή φήμη
    παράδειγμα  a reputable family/firm - μια ευυπόληπτη οικογένεια/φίρμα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη respectable