res publica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

res publica < res + publica, θηλυκό του publicus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /reːs ˈpuː.bli.ka/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

res publica θηλυκό

  1. τα πολιτικά πράγματα
  2. η διοίκηση

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική rēs pūblica rēs pūblicae
γενική reī pūblicae rērum pūblicārum
δοτική reī pūblicae rēbus pūblicīs
αιτιατική rem pūblicam rēs pūblicās
κλητική rēs pūblica rēs pūblicae
αφαιρετική rē pūblicā rēbus pūblicīs