Μετάβαση στο περιεχόμενο

resign

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας resign
γ΄ ενικό ενεστώτα resigns
αόριστος resigned
παθητική μετοχή resigned
ενεργητική μετοχή resigning

resign (en)