Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


resolve (en) (επίσημο)


ενεστώτας resolve
γ΄ ενικό ενεστώτα resolves
αόριστος resolved
παθητική μετοχή resolved
ενεργητική μετοχή resolving

resolve (en)

  1. επιλύω, ξεμπλέκω, ξεμπερδεύω, λύνω ένα περίπλοκο πρόβλημα
    I resolve a problem.
    Επιλύω ένα πρόβλημα.
    Things will resolve themselves.
    Θα ξεμπερδέψουν μόνα τους τα πράγματα.
    Disagreements must be resolved by dialogue.
    Οι διαφωνίες πρέπει να λύνονται με το διάλογο.
    They resolved their differences in court/with knives/with pistols.
    Έλυσαν τις διαφορές τους στα δικαστήρια/με τα μαχαίρια/με τα πιστόλια.
     συνώνυμα:  figure out, fix, iron out, smooth out, solve και straighten out
  2. αποφασίζω να πετύχω κάτι οπωσδήποτε
    I was resolved to teach myself English.
    Αποφάσισα να μάθω αγγλικά μόνος μουz
     συνώνυμα: determine
  3. αποφασίζω με μια επίσημη διαδικασία
    Our committee resolved that…
    Η επιτροπή μας αποφάσισε ότι…
  4. αναλύω κάτι στα συστατικά του