resolve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

resolve (en)

  1. αποφασιστικότητα

Ρήμα[επεξεργασία]

resolve (en)

  1. επιλύω
  2. αποφασίζω να πετύχω κάτι οπωσδήποτε
    the police officer resolved to catch the murderer
  3. αποφασίζω με μια επίσημη διαδικασία
  4. αναλύω κάτι στα συστατικά του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]