respiratoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
respiratoire respiratoires

respiratoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αναπνευστικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: respirer