Μετάβαση στο περιεχόμενο

resplendissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
resplendissement resplendissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

resplendissement (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]