Μετάβαση στο περιεχόμενο

responder

Από Βικιλεξικό

Γαλικιανά (gl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
responder < λατινική respondere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /responˈd̪eɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: responder

responder (gl)

  1. (μεταβατικό) (αμετάβατο) απαντώ
  2. (αμετάβατο) [~ a] ανταποκρίνομαι
    παράδειγμα  A súa actitude responde a un complexo de inferioridade. - Η στάση του/της ανταποκρίνεται σε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας.
  • responder - DRAG (Diccionario da Real Academia Galega [Λεξικό της Γαλικιανής Ακαδημίας] RAG (Real Academia Galega [Βασιλική Γαλικιανή Ακαδημία]), A Coruña [Α Κορούνια], 2017.



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
responder < λατινική respondere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /responˈd̪eɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: responder

responder (es)

  1. (μεταβατικό) (αμετάβατο) απαντώ
    παράδειγμα  A quien responda la siguiente pregunta, se le exonerará del examen. — Σε όποιον απαντήσει στην επόμενη ερώτηση, θα του απαλλαγεί από την εξέταση.
     συνώνυμα: contestar
  2. (αμετάβατο) αντιδρώ
     συνώνυμα: alegar, objetar, protestar, replicar
  3. (μεταβατικό) αντιφωνώ
  4. (αμετάβατο) αντιλαλώ
  5. (αμετάβατο) αντιστοιχώ
  6. (αμετάβατο) αποδίδω
  7. (αμετάβατο) ανταποκρίνομαι
    παράδειγμα  La paciente ha respondido al tratamiento satisfactoriamente. - Η ασθενής έχει ανταποκριθεί στη θεραπεία ικανοποιητικά.
  8. (αμετάβατο) ανταποκρίνομαι (σε κάποιον), ανταποδίδω
    παράδειγμα  A esta faena pienso responder con otra. — Σε αυτή τη φασαρία σκοπεύω να ανταποδώσω με μίαν άλλη.
  9. (αμετάβατο) βλέπω προς, είναι στραμμένο προς
  10. (αμετάβατο) αναλαμβάνω
  11. (αμετάβατο) αναλαμβάνω την εγγύηση