Μετάβαση στο περιεχόμενο

restart

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
restart < re- + start

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
restart restarts

restart (en)

ενεστώτας restart
γ΄ ενικό ενεστώτα restarts
αόριστος restarted
παθητική μετοχή restarted
ενεργητική μετοχή restarting

restart (en)