restart
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| restart | restarts |
restart (en)
- (πληροφορική) η επανεκκίνηση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο όρος restart χρησιμοποιείται κυρίως στα λειτουργικά συστήματα Microsoft Windows και Linux.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | restart |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | restarts |
| αόριστος | restarted |
| παθητική μετοχή | restarted |
| ενεργητική μετοχή | restarting |
restart (en)