restauration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. restauration < λατινική restauratio
  2. restauration < restaurer

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
restauration restaurations

restauration (fr) θηλυκό

  1. η αποκατάσταση
  2. η παλινόρθωση
  3. η ανακαίνιση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
restauration restaurations

restauration (fr) θηλυκό

  1. η εστίαση (η παράθεση γεύματος και ο κλάδος της οικονομίας)
  2. (ιδιωματικό) το εστιατόριο, το ρεστοράν

Συγγενικά

[επεξεργασία]