Μετάβαση στο περιεχόμενο

restoration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

restoration (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αναστήλωση, η αποκατάσταση, επισκευή των ζημιών ενός κατεστραμμένου κτιρίου
    παράδειγμα  The restoration work of the temple revealed an older layer with wall paintings.
    Τα έργα της αναστήλωσης του ναού αποκάλυψαν ένα παλαιότερο στρώμα με τοιχογραφίες.
    παράδειγμα  the restoration of a monument/text - η αποκατάσταση μνημείου/κειμένου
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αποκατάσταση, η παλινόρθωση, το να αποκαθιστώ ένα σύστημα, έναν νόμο κτλ. που υπήρχε προηγουμένως
    παράδειγμα  the restoration of a dynasty - η αποκατάσταση μιας δυναστείας
    παράδειγμα  the restoration of democracy - η παλινόρθωση της δημοκρατίας
     συνώνυμα: reinstatement