retainer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| retainer | retainers |
retainer (en)
- η τακτική αμοιβή για τη διαθεσιμότητα κάποιου
The agency will pay you a monthly retainer.
- Το πρακτορείο θα σου πληρώνει μια μηνιαία αμοιβή.
- (οδοντιατρική) το μασελάκι
I put on my retainer before going to sleep.
- Φόρεσα το μασελάκι μου πριν κοιμηθώ.
The orthodontist said I should wear my retainer every night.
- Η ορθοδοντικός είπε να φοράω το μασελάκι κάθε βράδυ.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
retainer (orthodontics) στην αγγλική Βικιπαίδεια
