retenir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

retenir (fr)

  1. συγκρατώ
  2. (μεταφορικά) καθυστερώ
    un client m'a retenu - ένας πελάτης με καθυστέρησε