retenue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
retenue retenues

retenue (fr) θηλυκό

  1. εγκράτεια

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

retenue (fr)

  • δείτε τη λέξη: retenir