Μετάβαση στο περιεχόμενο

retiree

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
retiree < retire + -ee

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
retiree retirees

retiree (en)

  • ο συνταξιούχος
    παράδειγμα  Retirees qualify for a reduced fare.
    Οι συνταξιούχοι δικαιούνται μειωμένο εισιτήριο.