retrait

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
retrait retraits

retrait (fr) αρσενικό

  1. (για χρήματα) ανάληψη
  2. (για πληθυσμό) αποχώρηση, απόσυρση
  3. (για πράξη, δράση) ανάκληση
  4. (για κάποιο υλικό) σμίκρυνση, απόσυρση, συστολή