Μετάβαση στο περιεχόμενο

rettangolare

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rettangolare rettangolari

rettangolare (it) αρσενικό ή θηλυκό