reuniune
Εμφάνιση
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]reuniune (ro) θηλυκό
- η ένωση
- η συγκέντρωση
Κλίση
[επεξεργασία] κλίση του reuniune
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | o reuniune | reuniunea | nişte reuniuni | reuniunile |
| γενική | a unei reuniuni | reuniunii | a unor reuniuni | reuniunilor |
| δοτική | a unei reuniuni | reuniunii | a unor reuniuni | reuniunilor |
| αιτιατική | o reuniune | reuniunea | nişte reuniuni | reuniunile |
| κλητική | — | - | — | - |