Μετάβαση στο περιεχόμενο

reverting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
reverting revertings

reverting (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

reverting (en)