revoke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα μεταβατικό[επεξεργασία]

revoke

  1. ανακαλώ, αποσύρω
    • ακυρώνω κάτι που ήταν επικυρωμένο (βλ. πτυχιακή[1])
  2. πάω πάσο στα χαρτιά παρ' ότι με παίρνει να συνεχίσω

revoking (by Chromodynamic)

precipice warriors
fallen due to propriety
extant due to visceral oomph
death-defying moribunds
peers in demise
perpetual lethe
deceased yarn-spinners speak at last the truth
de facto revoking void
time consumer of all