Μετάβαση στο περιεχόμενο

rhumatologue

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rhumatologue rhumatologues

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rhumatologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό