Μετάβαση στο περιεχόμενο

rien

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rien < λατινική rem, αιτιατική ενικού του rēs (πράγμα), πβ. καταλανική res (τίποτα) και κρητική πράμα (τίποτα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁjɛ̃/
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

rien (fr)

  1. κάτι
  2. τίποτα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

rien (fr)

  1. (παρωχημένο) πάρα πολύ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rien riens

rien (fr)

  1. το κενό