Μετάβαση στο περιεχόμενο

rifuziĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rifuziĝi < rifuz- + -iĝ- + -i
ρήμα rifuziĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας rifuziĝas rifuziĝanta rifuziĝata
αόριστος rifuziĝis rifuziĝinta rifuziĝita
μέλλοντας rifuziĝos rifuziĝonta rifuziĝota
υποθετική rifuziĝus - -
προστακτική rifuziĝu - -

rifuziĝi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

rifuzigxi, rifuzighi, rifuzig'i