rigidement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

rigidement < rigide

Επίρρημα[επεξεργασία]

rigidement (fr)

  1. σταθερά, δύσκαμπτα
  2. (μεταφορικά) ανενδοίαστα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη rigide