rigidité

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rigidité rigidités

rigidité (fr) θηλυκό

  1. η ακαμψία
  2. (μεταφορικά) το ανένδοτο ενός χαρακτήρα
  3. (κατ’ επέκταση) η οπισθοδρομικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: rigide