Μετάβαση στο περιεχόμενο

rigorisme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rigorisme rigorismes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rigorisme (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη rigueur