rime
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɹaɪm/ (αμερικανικό)
- ομόηχο: rhyme (και για τις δύο προφορές)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rime (en)
- (μετεωρολογία) η πάχνη
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]rime (en)
- σκεπάζω με πάχνη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rime (en)
- (γλωσσολογία, φωνολογία) η ρίμα / ο κεντρικός πυρήνας στη δομή φωνητικών συλλαβών (έμβαση-ρίμα-έξοδος)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- rime - Oxford Learner's Dictionaries
- rime - Cambridge Dictionary online
- rime - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rime | rimes |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rime (fr) θηλυκό
- (λογοτεχνία) η ρίμα, η ομοιοκαταληξία
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]rime (fr)
- α΄ ή γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής & υποτακτικής ενεστώτα του rimer
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του rimer
Πηγές
[επεξεργασία]- rime - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- rime - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αμερικανικά αγγλικά)
- Ομόηχα (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Μετεωρολογία (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Γλωσσολογία (αγγλικά)
- Φωνολογία (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Λογοτεχνία (νέα ελληνικά)
- Ρηματικοί τύποι (γαλλικά)