Μετάβαση στο περιεχόμενο

rime

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /rīm/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /ɹaɪm/ (αμερικανικό)
ομόηχο: rhyme (και για τις δύο προφορές)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rime (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

rime (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rime (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • rime - Oxford Learner's Dictionaries
  • rime - Cambridge Dictionary online
  • rime - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rime rimes

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁim/
 
ομόηχο: rimes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rime (fr) θηλυκό

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

rime (fr)

  1. α΄ ή γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής & υποτακτικής ενεστώτα του rimer
  2. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του rimer