rimedo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

rimedo < rimed- + -o

Προφορά[επεξεργασία]

rimedo 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική rimedo rimedoj
αιτιατική rimedon rimedojn

rimedo (eo)

  1. το μέσο
    oni bezonas grandajn financajn rimedojn - χρειάζονται μεγάλα οικονομικά μέσα
  2. το φάρμακο