Μετάβαση στο περιεχόμενο

ring out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας ring out
γ΄ ενικό ενεστώτα rings out
αόριστος rang out
παθητική μετοχή rung out
ενεργητική μετοχή ringing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ring out <  δείτε τις λέξεις ring και out

ring out (en)

  • αντηχώ, αντιλαλώ, για δυνατό ήχο που ακούγεται σε μεγάλη έκταση
    παράδειγμα  A shot rang out in the night.
    Ένας πυροβολισμός αντήχησε μέσα στη νύχτα.
    παράδειγμα  The sound of the bell rang out throughout the village.
    Αντιλαλούσε σ΄ όλο το χωριό ο ήχος της καμπάνας.