ring out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ring out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rings out |
| αόριστος | rang out |
| παθητική μετοχή | rung out |
| ενεργητική μετοχή | ringing out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ring out (en)