Μετάβαση στο περιεχόμενο

rip off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας rip off
γ΄ ενικό ενεστώτα rips off
αόριστος ripped off
παθητική μετοχή ripped off
ενεργητική μετοχή ripping off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rip off <  δείτε τις λέξεις rip και off

rip off (en) (ανεπίσημο)

  • πιάνω κάποιον κορόιδα, εξαπατώ κάποιον, κάνοντάς τον να πληρώσει περισσότερα από όσα πρέπει, πουλώντας του κάτι κακής ποιότητας κτλ.
    παράδειγμα  They ripped us off on the bill.
    Μας έπιασαν κορόιδα στο λογαριασμό.