roe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
roe roes

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɹəʊ/ (βρετανικό)
ομόηχο: row (σειρά, καυγάς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

roe (en)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]