rogue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rogue rogues

rogue (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανήθικος και χωρίς αρχές (Αγγλικά (en) )
  2. υπερόπτης και αλαζόνας

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]