roll
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| roll | rolls |
roll (en)
- (τρόφιμο) η κουλούρα (ψωμί)
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τον όρο bread roll
- το ρολό, ο κύλινδρος, μακρύ κομμάτι χαρτί, ύφασμα κ.λπ. που έχει τυλιχτεί πολλές φορές για να σχηματίσει το σχήμα ενός κυλίνδρου
a roll of cloth - ένα ρολό ύφασμα
a roll of toilet paper - ένα ρολό χαρτί τουαλέτας
a roll of film - ένας κύλινδρος φιλμ
- ο κατάλογος, επίσημη λίστα ονομάτων
Electoral rolls are revised every January.
- Οι εκλογικοί κατάλογοι ανασυντάσσονται κάθε Γενάρη.
- η ζαριά, το ρίξιμο των ζαριών
a good/bad roll - καλή/κακή ζαριά
With two rolls (of the dice), he got back all he lost.
- Με δύο ζαριές πήρε πίσω όλα τα χαμένα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | roll |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rolls |
| αόριστος | rolled |
| παθητική μετοχή | rolled |
| ενεργητική μετοχή | rolling |
roll (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κυλάω, τσουλάω, που κινείται προς τα εμπρός με περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και με ομαλή μη διακοπτόμενη κίνηση
A rock rolled down the mountainside.
- Ένας βράχος κύλησε από την πλαγιά του βουνού.
The ball rolled under the table/into a hole.
- Το μπαλάκι κύλισε κάτω από το τραπέζι/σε μια τρύπα.
Raindrops rolled down the window pane.
- Σταγόνες βροχής κυλούσαν στο τζάμι.
Tears rolled down his face.
- Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του.
The coin rolled off of the table.
- Το νόμισα κύλισε/τσούλησε (κι έπεσε) από το τραπέζι.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κυλιέμαι, στριφογυρίζω, στρέφομαι κατ' επανάληψη ενώ μενω στο ίδιο μέρος
A dolphin was rolling (around) in the water.
- Ένα δελφίνι κυλιόταν στο νερό.
The kids are rolling in the sand.
- Τα παιδιά κυλιούνται στην άμμο.
He was rolling on the floor laughing.
- Κυλιόταν στο πάτωμα από τα γέλια.
She’s rolling the pencil in between her fingers.
- Στριφογυρίζει το μολύβι στα δάχτυλά της.
He made a grimace and rolled his eyes.
- Έκανε μια γκριμάτσα και κοίταξε με αγανάκτηση.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) γυρίζω, στριφογυρίζω, στρέφομαι για να δω ή στρέφω κάποιον ή κάτι να δω μια διαφορετική κατεύθυνση
Stop rolling over in your bed!
- Πάψε να γυρίσεις στο κρεβάτι σου!
He quickly rolled over and got to his feet.
- Γύρισε γρήγορα και σηκώθηκε στα πόδια του.
I rolled over onto/on my stomach.
- Γύρισα μπρούμυτα.
I rolled the baby (over) onto its stomach.
- Γύρισα το μωρό μπρούμυτα.
She rolled onto/on her back.
- Γύρισε ανάσκελα.
She rolled the patient onto his side.
- Τον ασθενή τον γύρισε στο πλάι.
She rolled over (=on her back) to let the sun tan her back.
- Γύρισε ανάσκελα για να αφήσει τον ήλιο να μαυρίσει την πλάτη της.
The car rolled over (=upside down).
- Το αυτοκίνητο γύρισε καπάκι.
The paramedics rolled him over to make it easier for him to breathe.
- Οι διασώστες τον γύρισαν για να είναι πιο εύκολο να αναπνέει.
The sick man was rolling around in his sleep all night.
- Ο άρρωστος στριφογύριζε στον ύπνο του όλη νύχτα.
- (μεταβατικό) ρίχνω ζάρια
Each player rolls their dice.
- Κάθε παίκτης ρίχνει τα ζάρια του.
Players take turns rolling a die and moving around the board.
- Οι παίκτες παίρνουν σειρά για να ρίξουν το ζάρι και να κινηθούν γύρω από το ταμπλό.
Roll a two to start.
- Ρίξε ένα δύο για να ξεκινήσεις.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κυλάω, τσουλάω, κινούμαι ομαλά σε τροχούς ή σαν σε τροχούς
The friction on the surface of the road makes the car roll forward.
- Η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλάει προς τα εμπρός.
The train is rolling slowly along the tracks.
- Το τρένο κυλάει αργά πάνω στις ράγες.
He rolled the cart through the room.
- Κύλησε/Τσούλησε το καρότσι μέσα από το δωμάτιο.
The wheels don’t roll well.
- Οι ρόδες δεν τσουλάνε καλά.
- (αμετάβατο) κυλάω, για σύννεφα ή κύματα που κινούνται μπρος τα εμπρός με συνεχή τρόπο
The clouds rolled away.
- Τα σύννεφα κύλησαν κι έφυγαν.
The waves were rolling over the sand.
- Τα κύματα κυλούσαν στην άμμο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τυλίγω, γυρίζω κάτι πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα
She rolled the yarn into a ball.
- Τύλιξε το νήμα κουβάρι.
We rolled up the carpet.
- Τυλίξαμε το χαλί.
The hedgehog rolled (itself) (up) into a ball.
- Ο σκαντζόχοιρος τυλίχτηκε κουβάρι.
- (μεταβατικό) στρίβω τσιγάρο
He always rolls his own cigarettes.
- Πάντα στρίβει τα δικά του τσιγάρα.
- (μεταβατικό) ανασκουμπώνω, ανασηκώνω, ανεβάζω, κατεβάζω, διπλώνω την άκρη ενός ρούχου κτλ. ξανά και ξανά πάνω του για να είναι πιο κοντή
I am rolling up my sleeve to my elbows.
- Ανασκουμπώνω τα μανίκια ως τους αγκώνες.
He rolled his sleeve up from his hand to his armpit and dipped it in the water.
- Ανασκούμπωσε το χέρι ως τη μασχάλη και το βούτηξε στο νερό.
with the skirt rolled up to the knees - με ανασκουμπωμένο το φουστάνι ως τα γόνατα
She rolled up her sleeves to clean/mop.
- Ανασκουμπώθηκε για να πλύνει/να σφουγγαρίσει.
He rolled up his pants and crossed the river.
- Ανασήκωσε το παντελόνι του και πέρασε το ποτάμι.
He rolled up his sleeves.
- Ανέβασε τα μανίκια του.
I am rolling up my socks/my pants.
- Ανεβάζω τις κάλτσες μου/το παντελόνι μου.
Roll down the sleeves a little.
- Κατέβασε λίγο τα μανίκια.
- (μεταβατικό) απλώνω, ανοίγω, ισοπεδώνω κάτι σπρώχνοντας κάτι βαρύ από πάνω του
- (μεταβατικό) τυλίγω, περνάω, σκεπάζω κάτι, κάποιον ή το σώμα μου καλά
Roll the food in breadcrumbs.
- Τυλίξτε το φαγητό με φρυγανιά.
He rolled himself up in the sheets.
- Τυλίχτηκε με τα σεντόνια.
We roll every chicken breast, on both sides, first in flour, then in egg, and finally in breadcrumbs.
- Περνάμε κάθε στήθος κοτόπουλου, και από τις δύο πλευρές, πρώτα στο αλεύρι, μετά στα αυγά και, τέλος, στη φρυγανιά.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- roll (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- roll (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 62. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανεβάζω