roman

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

roman (bs)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
roman romans

roman (fr) αρσενικό

  1. μυθιστόρημα
  2. δημώδης γενικός όρος των ρομανικών γλωσσών

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό roman romans
θηλυκό romane romanes

roman (fr)

  1. σχετικός με τις ρομανικές γλώσσες
  2. σχετικός με τους λαούς που κατακτήθηκαν από τη Ρώμη
  3. σχετικός με την τέχνη, ειδικότερα με την αρχιτεκτονική, του 11ου και 12ου αιώνα, στη δυτική Ευρώπη, που υπήρχε πριν την γοτθική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

roman (sr)