romanesque

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

romanesque < roman

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
romanesque romanesques

romanesque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μυθιστορηματικός, που ταιριάζει σε μυθιστόρημα
  2. (μεταφορικά) ρομαντικός

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]