roommate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| roommate | roommates |
roommate (en)
- (αμερικανική σημασία) ο/η συγκάτοικος, η συγκατοίκισσα, ένα άτομο που μοιράζεται το ίδιο σπίτι ή διαμέρισμα, αν και όχι απαραίτητα το ίδιο δωμάτιο
He splits rent with his roommate.
- Μοιράζεται το νοίκι με το συγκάτοικό του.
Looking for a female roommate in a furnished two-bedroom apartment in the city center.
- Ζητείται κοπέλα συγκάτοικος σε επιπλωμένο δυάρι στο κέντρο της πόλης
She went for coffee with her roommates.
- Πήγε για καφέ με τις συγκατοίκισσές της.