rotta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό rotto rotti
θηλυκό rotta rotte

rotta (it) θηλυκό πληθυντικός rotte

  1. η προκαθορισμένη διαδρομή, δρομολόγιο πλοίων και αεροσκαφών